διακοινοβουλευτικός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτυελυοβονιοκαιδ
διακοινοβουλευτικός, -ή, -ό
- (πολιτική)Κατηγορία:Πολιτική (νέα ελληνικά) πολιτικός όρος που χαρακτηρίζει θεσμικές σχέσεις, δράσεις ή συνεργασίες οι οποίες αναπτύσσονται μεταξύ κοινοβουλίων ή κοινοβουλευτικών σωμάτων διαφορετικών κρατών, ανεξάρτητα από την εκτελεστική εξουσία
Συγγενικά
- διακοινοβουλευτικά
- → δείτε τις λέξεις κοινοβούλιο, κοινή και βουλή
Μεταφράσεις
διακοινοβουλευτικός
Αναφορές
- ↑ διακοινοβουλευτικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα δια- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Πολιτική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)