διαμεσολαβημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο διαμεσολαβημένος η διαμεσολαβημένη το διαμεσολαβημένο
      γενική του διαμεσολαβημένου της διαμεσολαβημένης του διαμεσολαβημένου
    αιτιατική τον διαμεσολαβημένο τη διαμεσολαβημένη το διαμεσολαβημένο
     κλητική διαμεσολαβημένε διαμεσολαβημένη διαμεσολαβημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι διαμεσολαβημένοι οι διαμεσολαβημένες τα διαμεσολαβημένα
      γενική των διαμεσολαβημένων των διαμεσολαβημένων των διαμεσολαβημένων
    αιτιατική τους διαμεσολαβημένους τις διαμεσολαβημένες τα διαμεσολαβημένα
     κλητική διαμεσολαβημένοι διαμεσολαβημένες διαμεσολαβημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

διαμεσολαβημένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διαμεσολαβώΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηβαλοσεμαιδ

διαμεσολαβημένος

Αντώνυμα

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμηβαλοσεμαιδ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά