διαπιστευτήριο
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οιρητυετσιπαιδ
διαπιστευτήριο ουδέτερο
- καθένα από τα έγγραφα που πρέπει να έχει ο διπλωματικός αντιπρόσωπος ενός κράτους, όταν διορίζεται σε κάποιο άλλο
- (μεταφορικά) στοιχείο που δείχνει ότι κάποιος έχει τις απαραίτητες γνώσεις ή ικανότητες για μια θέση ή εργασία
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Της πήρε κάνα δίμηνο ώσπου να καταλάβει. Οι Βρυξέλλες δεν ήταν Ελλάδα, εκεί τα διαπιστευτήρια ήταν διαφορετικά. Είμαι ενθουσιασμένος σήμαινε απλώς οκ, κάνεις για τη δουλειά. Στην αρχή έπαιρνε τοις μετρητοίς τα καλά τους λόγια, τις θερμές προσφωνήσεις, γρήγορα όμως κατάλαβε πως όλα ήταν τυπικά, φράσεις που τους είχαν διδάξει στα σεμινάρια με στόχο τις αγαστές συνεργασίες (Σοφία Νικολαΐδου, Δικά μας παιδιά, εκδ. Μεταίχμιο, 2024)
Συγγενικά
- → δείτε τις λέξεις διαπιστεύω, πιστεύω και πίστη
Μεταφράσεις
διαπιστευτήριο
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)