διεκπεραιωμένος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- διεκπεραιωμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διεκπεραιώνωΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)
ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμωιαρεπκειδ
διεκπεραιωμένος
- που έχει διεκπεραιωθεί
Αντώνυμα
Μεταφράσεις
διεκπεραιωμένος
|
|