διερευνημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο διερευνημένος η διερευνημένη το διερευνημένο
      γενική του διερευνημένου της διερευνημένης του διερευνημένου
    αιτιατική τον διερευνημένο τη διερευνημένη το διερευνημένο
     κλητική διερευνημένε διερευνημένη διερευνημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι διερευνημένοι οι διερευνημένες τα διερευνημένα
      γενική των διερευνημένων των διερευνημένων των διερευνημένων
    αιτιατική τους διερευνημένους τις διερευνημένες τα διερευνημένα
     κλητική διερευνημένοι διερευνημένες διερευνημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηνυερειδ

διερευνημένος





Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμηνυερειδ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά