δικαιοκρατούμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δικαιοκρατούμενος η δικαιοκρατούμενη το δικαιοκρατούμενο
      γενική του δικαιοκρατούμενου της δικαιοκρατούμενης του δικαιοκρατούμενου
    αιτιατική τον δικαιοκρατούμενο τη δικαιοκρατούμενη το δικαιοκρατούμενο
     κλητική δικαιοκρατούμενε δικαιοκρατούμενη δικαιοκρατούμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δικαιοκρατούμενοι οι δικαιοκρατούμενες τα δικαιοκρατούμενα
      γενική των δικαιοκρατούμενων των δικαιοκρατούμενων των δικαιοκρατούμενων
    αιτιατική τους δικαιοκρατούμενους τις δικαιοκρατούμενες τα δικαιοκρατούμενα
     κλητική δικαιοκρατούμενοι δικαιοκρατούμενες δικαιοκρατούμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

δικαιοκρατούμενος < δικαιο- + κρατούμενος

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμυοταρκοιακιδ

δικαιοκρατούμενος

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμυοταρκοιακιδ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά