δικαιολογημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δικαιολογημένος η δικαιολογημένη το δικαιολογημένο
      γενική του δικαιολογημένου της δικαιολογημένης του δικαιολογημένου
    αιτιατική τον δικαιολογημένο τη δικαιολογημένη το δικαιολογημένο
     κλητική δικαιολογημένε δικαιολογημένη δικαιολογημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δικαιολογημένοι οι δικαιολογημένες τα δικαιολογημένα
      γενική των δικαιολογημένων των δικαιολογημένων των δικαιολογημένων
    αιτιατική τους δικαιολογημένους τις δικαιολογημένες τα δικαιολογημένα
     κλητική δικαιολογημένοι δικαιολογημένες δικαιολογημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

δικαιολογημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένουΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) δικαιολογώ

Προφορά

ΔΦΑ : /ði.ce.o.lo.ʝiˈme.nos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηγολοιακιδ

δικαιολογημένος -η -ο

  1. που έχει δικαιολογία και άρα συγχωρείται ή δεν καταλογίζεται
    άργησε να έρθει αλλά είναι δικαιολογημένος λόγω της απεργίας των λεωφορείων
    στο σχολείο οι απουσίες λόγω ασθένειας θεωρούνται δικαιολογημένες
  2. που έχει βάσιμη δικαιολογία και άρα είναι κατανοητός ή θεωρείται δίκαιος
    δικαιολογημένη αγανάκτηση νιώθουν οι κάτοικοι του χωριού για την εγκατάλειψή τους από το κράτος
    δικαιολογημένη έκρηξη οργής

Αντώνυμα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμηγολοιακιδ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά