δορυφοροποιημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δορυφοροποιημένος η δορυφοροποιημένη το δορυφοροποιημένο
      γενική του δορυφοροποιημένου της δορυφοροποιημένης του δορυφοροποιημένου
    αιτιατική τον δορυφοροποιημένο τη δορυφοροποιημένη το δορυφοροποιημένο
     κλητική δορυφοροποιημένε δορυφοροποιημένη δορυφοροποιημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δορυφοροποιημένοι οι δορυφοροποιημένες τα δορυφοροποιημένα
      γενική των δορυφοροποιημένων των δορυφοροποιημένων των δορυφοροποιημένων
    αιτιατική τους δορυφοροποιημένους τις δορυφοροποιημένες τα δορυφοροποιημένα
     κλητική δορυφοροποιημένοι δορυφοροποιημένες δορυφοροποιημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηιοποροφυροδ

δορυφοροποιημένος

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά