δραστηριοποιημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δραστηριοποιημένος η δραστηριοποιημένη το δραστηριοποιημένο
      γενική του δραστηριοποιημένου της δραστηριοποιημένης του δραστηριοποιημένου
    αιτιατική τον δραστηριοποιημένο τη δραστηριοποιημένη το δραστηριοποιημένο
     κλητική δραστηριοποιημένε δραστηριοποιημένη δραστηριοποιημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δραστηριοποιημένοι οι δραστηριοποιημένες τα δραστηριοποιημένα
      γενική των δραστηριοποιημένων των δραστηριοποιημένων των δραστηριοποιημένων
    αιτιατική τους δραστηριοποιημένους τις δραστηριοποιημένες τα δραστηριοποιημένα
     κλητική δραστηριοποιημένοι δραστηριοποιημένες δραστηριοποιημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

δραστηριοποιημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένουΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) δραστηριοποιούμαι

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηιοποιρητσαρδ

δραστηριοποιημένος -η -ο

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμηιοποιρητσαρδ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά