δροσολογημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δροσολογημένος η δροσολογημένη το δροσολογημένο
      γενική του δροσολογημένου της δροσολογημένης του δροσολογημένου
    αιτιατική τον δροσολογημένο τη δροσολογημένη το δροσολογημένο
     κλητική δροσολογημένε δροσολογημένη δροσολογημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δροσολογημένοι οι δροσολογημένες τα δροσολογημένα
      γενική των δροσολογημένων των δροσολογημένων των δροσολογημένων
    αιτιατική τους δροσολογημένους τις δροσολογημένες τα δροσολογημένα
     κλητική δροσολογημένοι δροσολογημένες δροσολογημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

δροσολογημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένουΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) δροσολογώ

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηγολοσορδ

δροσολογημένος, -η, -ο

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμηγολοσορδ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά