εγκαλούμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εγκαλούμενος η εγκαλούμενη το εγκαλούμενο
      γενική του εγκαλούμενου της εγκαλούμενης του εγκαλούμενου
    αιτιατική τον εγκαλούμενο την εγκαλούμενη το εγκαλούμενο
     κλητική εγκαλούμενε εγκαλούμενη εγκαλούμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εγκαλούμενοι οι εγκαλούμενες τα εγκαλούμενα
      γενική των εγκαλούμενων των εγκαλούμενων των εγκαλούμενων
    αιτιατική τους εγκαλούμενους τις εγκαλούμενες τα εγκαλούμενα
     κλητική εγκαλούμενοι εγκαλούμενες εγκαλούμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

εγκαλούμενος, μετοχή ενεστώτα του ρήματος εγκαλούμαι < εγκαλώ < ἐγκαλῶ < ἐγκαλέω

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμυολακγε

εγκαλούμενος, εγκαλούμενη και εγκαλουμένη, εγκαλούμενο

Συγγενικά

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμυολακγε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά