εγκαρδιωμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εγκαρδιωμένος η εγκαρδιωμένη το εγκαρδιωμένο
      γενική του εγκαρδιωμένου της εγκαρδιωμένης του εγκαρδιωμένου
    αιτιατική τον εγκαρδιωμένο την εγκαρδιωμένη το εγκαρδιωμένο
     κλητική εγκαρδιωμένε εγκαρδιωμένη εγκαρδιωμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εγκαρδιωμένοι οι εγκαρδιωμένες τα εγκαρδιωμένα
      γενική των εγκαρδιωμένων των εγκαρδιωμένων των εγκαρδιωμένων
    αιτιατική τους εγκαρδιωμένους τις εγκαρδιωμένες τα εγκαρδιωμένα
     κλητική εγκαρδιωμένοι εγκαρδιωμένες εγκαρδιωμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

εγκαρδιωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένουΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) εγκαρδιώνω

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμωιδρακγε

εγκαρδιωμένος, -η, -ο

 δείτε τη λέξη εγκαρδιώνω

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμωιδρακγε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά