εκκλησιαζόμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εκκλησιαζόμενος η εκκλησιαζόμενη το εκκλησιαζόμενο
      γενική του εκκλησιαζόμενου της εκκλησιαζόμενης του εκκλησιαζόμενου
    αιτιατική τον εκκλησιαζόμενο την εκκλησιαζόμενη το εκκλησιαζόμενο
     κλητική εκκλησιαζόμενε εκκλησιαζόμενη εκκλησιαζόμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εκκλησιαζόμενοι οι εκκλησιαζόμενες τα εκκλησιαζόμενα
      γενική των εκκλησιαζόμενων των εκκλησιαζόμενων των εκκλησιαζόμενων
    αιτιατική τους εκκλησιαζόμενους τις εκκλησιαζόμενες τα εκκλησιαζόμενα
     κλητική εκκλησιαζόμενοι εκκλησιαζόμενες εκκλησιαζόμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

εκκλησιαζόμενος: μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος εκκλησιάζομαιΚατηγορία:Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμοζαισηλκκε

εκκλησιαζόμενος

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμοζαισηλκκε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά