εκκοσμικεύω

Νέα ελληνικά (el)

Ετυμολογία

εκκοσμικεύω < εκ-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα εκ- (νέα ελληνικά) + κοσμικός + -εύωΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -εύω (νέα ελληνικά) (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) séculariser[1])

ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ωυεκιμσοκκε

εκκοσμικεύω

  1. αφαιρώ τον θρησκευτικό ή ιερό χαρακτήρα από κάτι και το εντάσσω στη σφαίρα του κοσμικού βίου· αποδεσμεύω κοινωνία, θεσμό, γνώση ή πρακτική από τη θρησκευτική επιρροή
  2. προσαρμόζω θρησκευτικό θεσμό ή πρακτική στην κοσμική πραγματικότητα· μεταβάλλω μορφές ή λειτουργίες, ώστε να συμβαδίζουν με τις επικρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις

Συγγενικά

Δείτε επίσης

Κλίση

Μεταφράσεις

Αναφορές

  1. εκκοσμικεύω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ωυεκιμσοκκε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -εύω (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα εκ- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)