εκκοσμικεύω
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ωυεκιμσοκκε
εκκοσμικεύω
- αφαιρώ τον θρησκευτικό ή ιερό χαρακτήρα από κάτι και το εντάσσω στη σφαίρα του κοσμικού βίου· αποδεσμεύω κοινωνία, θεσμό, γνώση ή πρακτική από τη θρησκευτική επιρροή
- προσαρμόζω θρησκευτικό θεσμό ή πρακτική στην κοσμική πραγματικότητα· μεταβάλλω μορφές ή λειτουργίες, ώστε να συμβαδίζουν με τις επικρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις
Συγγενικά
- εκκοσμικευμένος
- εκκοσμίκευση
- → δείτε τη λέξη κόσμος
Δείτε επίσης
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | εκκοσμικεύω | εκκοσμίκευα | θα εκκοσμικεύω | να εκκοσμικεύω | εκκοσμικεύοντας | |
| β' ενικ. | εκκοσμικεύεις | εκκοσμίκευες | θα εκκοσμικεύεις | να εκκοσμικεύεις | εκκοσμίκευε | |
| γ' ενικ. | εκκοσμικεύει | εκκοσμίκευε | θα εκκοσμικεύει | να εκκοσμικεύει | ||
| α' πληθ. | εκκοσμικεύουμε | εκκοσμικεύαμε | θα εκκοσμικεύουμε | να εκκοσμικεύουμε | ||
| β' πληθ. | εκκοσμικεύετε | εκκοσμικεύατε | θα εκκοσμικεύετε | να εκκοσμικεύετε | εκκοσμικεύετε | |
| γ' πληθ. | εκκοσμικεύουν(ε) | εκκοσμίκευαν εκκοσμικεύαν(ε) |
θα εκκοσμικεύουν(ε) | να εκκοσμικεύουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | εκκοσμίκευσα | θα εκκοσμικεύσω | να εκκοσμικεύσω | εκκοσμικεύσει | ||
| β' ενικ. | εκκοσμίκευσες | θα εκκοσμικεύσεις | να εκκοσμικεύσεις | εκκοσμίκευσε | ||
| γ' ενικ. | εκκοσμίκευσε | θα εκκοσμικεύσει | να εκκοσμικεύσει | |||
| α' πληθ. | εκκοσμικεύσαμε | θα εκκοσμικεύσουμε | να εκκοσμικεύσουμε | |||
| β' πληθ. | εκκοσμικεύσατε | θα εκκοσμικεύσετε | να εκκοσμικεύσετε | εκκοσμικεύστε | ||
| γ' πληθ. | εκκοσμίκευσαν εκκοσμικεύσαν(ε) |
θα εκκοσμικεύσουν(ε) | να εκκοσμικεύσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω εκκοσμικεύσει | είχα εκκοσμικεύσει | θα έχω εκκοσμικεύσει | να έχω εκκοσμικεύσει | ||
| β' ενικ. | έχεις εκκοσμικεύσει | είχες εκκοσμικεύσει | θα έχεις εκκοσμικεύσει | να έχεις εκκοσμικεύσει | ||
| γ' ενικ. | έχει εκκοσμικεύσει | είχε εκκοσμικεύσει | θα έχει εκκοσμικεύσει | να έχει εκκοσμικεύσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε εκκοσμικεύσει | είχαμε εκκοσμικεύσει | θα έχουμε εκκοσμικεύσει | να έχουμε εκκοσμικεύσει | ||
| β' πληθ. | έχετε εκκοσμικεύσει | είχατε εκκοσμικεύσει | θα έχετε εκκοσμικεύσει | να έχετε εκκοσμικεύσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν εκκοσμικεύσει | είχαν εκκοσμικεύσει | θα έχουν εκκοσμικεύσει | να έχουν εκκοσμικεύσει |
| |
Μεταφράσεις
εκκοσμικεύω
Αναφορές
- ↑ εκκοσμικεύω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -εύω (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα εκ- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)