εκπεμπόμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εκπεμπόμενος η εκπεμπόμενη το εκπεμπόμενο
      γενική του εκπεμπόμενου της εκπεμπόμενης του εκπεμπόμενου
    αιτιατική τον εκπεμπόμενο την εκπεμπόμενη το εκπεμπόμενο
     κλητική εκπεμπόμενε εκπεμπόμενη εκπεμπόμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εκπεμπόμενοι οι εκπεμπόμενες τα εκπεμπόμενα
      γενική των εκπεμπόμενων των εκπεμπόμενων των εκπεμπόμενων
    αιτιατική τους εκπεμπόμενους τις εκπεμπόμενες τα εκπεμπόμενα
     κλητική εκπεμπόμενοι εκπεμπόμενες εκπεμπόμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμοπμεπκε του ρήματος εκπέμπομαι

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμοπμεπκε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά