εκτελεστική εξουσία
Νέα ελληνικά (el)
→ λείπει η κλίσηΚατηγορία:Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αισυοξεηκιτσελετκε
εκτελεστική εξουσία θηλυκό
- (πολιτικήΚατηγορία:Πολιτική (νέα ελληνικά), νομικός όροςΚατηγορία:Νομικοί όροι (νέα ελληνικά)) η διακριτή λειτουργία του πολιτεύματος που αναλαμβάνει τη διοίκηση των δημόσιων υποθέσεων και την υλοποίηση των νομοθετημάτων, μεριμνώντας —υπό την εποπτεία της κυβέρνησης— για την εφαρμογή της γενικής πολιτικής, διασφαλίζοντας παράλληλα την καθημερινή και εύρυθμη λειτουργία του κράτους
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
εκτελεστική εξουσία
Πηγές
- εξουσία - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- εξουσία - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αισυοξεηκιτσελετκε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Νομικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολιτική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)