εκτρεφόμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εκτρεφόμενος η εκτρεφόμενη το εκτρεφόμενο
      γενική του εκτρεφόμενου της εκτρεφόμενης του εκτρεφόμενου
    αιτιατική τον εκτρεφόμενο την εκτρεφόμενη το εκτρεφόμενο
     κλητική εκτρεφόμενε εκτρεφόμενη εκτρεφόμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εκτρεφόμενοι οι εκτρεφόμενες τα εκτρεφόμενα
      γενική των εκτρεφόμενων των εκτρεφόμενων των εκτρεφόμενων
    αιτιατική τους εκτρεφόμενους τις εκτρεφόμενες τα εκτρεφόμενα
     κλητική εκτρεφόμενοι εκτρεφόμενες εκτρεφόμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμοφερτκε

εκτρεφόμενος

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμοφερτκε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά