εμβαπτιζόμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εμβαπτιζόμενος η εμβαπτιζόμενη το εμβαπτιζόμενο
      γενική του εμβαπτιζόμενου της εμβαπτιζόμενης του εμβαπτιζόμενου
    αιτιατική τον εμβαπτιζόμενο την εμβαπτιζόμενη το εμβαπτιζόμενο
     κλητική εμβαπτιζόμενε εμβαπτιζόμενη εμβαπτιζόμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εμβαπτιζόμενοι οι εμβαπτιζόμενες τα εμβαπτιζόμενα
      γενική των εμβαπτιζόμενων των εμβαπτιζόμενων των εμβαπτιζόμενων
    αιτιατική τους εμβαπτιζόμενους τις εμβαπτιζόμενες τα εμβαπτιζόμενα
     κλητική εμβαπτιζόμενοι εμβαπτιζόμενες εμβαπτιζόμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

εμβαπτιζόμενος < μετοχή παθητικού ενεστώταΚατηγορία:Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά) εμβαπτίζομαι

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμοζιτπαβμε

εμβαπτιζόμενος, -η, -ο

  1. που εμβαπτίζεται, καθώς εμβαπτίζεται, που λειτουργεί ή αλλάζει κατι επάνω του όταν εμβαπτίζεται, όταν εισάγεται σε υγρό περιβάλλον
    εμβαπτιζόμενο αισθητήριο θερμοκρασίας / εμβαπτιζόμενο στέλεχος προσδιορισμού πυκνότητας / εμβαπτιζόμενη αντλία λυμάτων / εμβαπτιζόμενα φακελάκια (τσαγιού κ.λπ.)

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμοζιτπαβμε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά