εμπιστευόμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εμπιστευόμενος η εμπιστευόμενη το εμπιστευόμενο
      γενική του εμπιστευόμενου της εμπιστευόμενης του εμπιστευόμενου
    αιτιατική τον εμπιστευόμενο την εμπιστευόμενη το εμπιστευόμενο
     κλητική εμπιστευόμενε εμπιστευόμενη εμπιστευόμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εμπιστευόμενοι οι εμπιστευόμενες τα εμπιστευόμενα
      γενική των εμπιστευόμενων των εμπιστευόμενων των εμπιστευόμενων
    αιτιατική τους εμπιστευόμενους τις εμπιστευόμενες τα εμπιστευόμενα
     κλητική εμπιστευόμενοι εμπιστευόμενες εμπιστευόμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμουετσιπμε

εμπιστευόμενος




Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμουετσιπμε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά