επαναφορτιζόμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο επαναφορτιζόμενος η επαναφορτιζόμενη το επαναφορτιζόμενο
      γενική του επαναφορτιζόμενου της επαναφορτιζόμενης του επαναφορτιζόμενου
    αιτιατική τον επαναφορτιζόμενο την επαναφορτιζόμενη το επαναφορτιζόμενο
     κλητική επαναφορτιζόμενε επαναφορτιζόμενη επαναφορτιζόμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι επαναφορτιζόμενοι οι επαναφορτιζόμενες τα επαναφορτιζόμενα
      γενική των επαναφορτιζόμενων των επαναφορτιζόμενων των επαναφορτιζόμενων
    αιτιατική τους επαναφορτιζόμενους τις επαναφορτιζόμενες τα επαναφορτιζόμενα
     κλητική επαναφορτιζόμενοι επαναφορτιζόμενες επαναφορτιζόμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

επαναφορτιζόμενος < λείπει η ετυμολογίαΚατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμοζιτροφαναπε

επαναφορτιζόμενος, -η, -ο

  • που μπορεί να φορτιστεί πολλαπλές φορές, είτε με την αφαίρεση της μπαταρίας και τη φόρτισή της είτε συνδέοντας το αντικείμενο με ειδικό φορτιστή

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμοζιτροφαναπε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά