επανεμφανιζόμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο επανεμφανιζόμενος η επανεμφανιζόμενη το επανεμφανιζόμενο
      γενική του επανεμφανιζόμενου της επανεμφανιζόμενης του επανεμφανιζόμενου
    αιτιατική τον επανεμφανιζόμενο την επανεμφανιζόμενη το επανεμφανιζόμενο
     κλητική επανεμφανιζόμενε επανεμφανιζόμενη επανεμφανιζόμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι επανεμφανιζόμενοι οι επανεμφανιζόμενες τα επανεμφανιζόμενα
      γενική των επανεμφανιζόμενων των επανεμφανιζόμενων των επανεμφανιζόμενων
    αιτιατική τους επανεμφανιζόμενους τις επανεμφανιζόμενες τα επανεμφανιζόμενα
     κλητική επανεμφανιζόμενοι επανεμφανιζόμενες επανεμφανιζόμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

επανεμφανιζόμενος < επανεμφανίζομαι

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμοζιναφμεναπε

επανεμφανιζόμενος, -η, -ο

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμοζιναφμεναπε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά