επεκτεινόμενος

Δείτε επίσης: ἐπεκτεινόμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο επεκτεινόμενος η επεκτεινόμενη το επεκτεινόμενο
      γενική του επεκτεινόμενου της επεκτεινόμενης του επεκτεινόμενου
    αιτιατική τον επεκτεινόμενο την επεκτεινόμενη το επεκτεινόμενο
     κλητική επεκτεινόμενε επεκτεινόμενη επεκτεινόμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι επεκτεινόμενοι οι επεκτεινόμενες τα επεκτεινόμενα
      γενική των επεκτεινόμενων των επεκτεινόμενων των επεκτεινόμενων
    αιτιατική τους επεκτεινόμενους τις επεκτεινόμενες τα επεκτεινόμενα
     κλητική επεκτεινόμενοι επεκτεινόμενες επεκτεινόμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμονιετκεπε

επεκτεινόμενος, -η, -ο

Συγγενικά

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά