επιδεινούμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο επιδεινούμενος η επιδεινούμενη το επιδεινούμενο
      γενική του επιδεινούμενου της επιδεινούμενης του επιδεινούμενου
    αιτιατική τον επιδεινούμενο την επιδεινούμενη το επιδεινούμενο
     κλητική επιδεινούμενε επιδεινούμενη επιδεινούμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι επιδεινούμενοι οι επιδεινούμενες τα επιδεινούμενα
      γενική των επιδεινούμενων των επιδεινούμενων των επιδεινούμενων
    αιτιατική τους επιδεινούμενους τις επιδεινούμενες τα επιδεινούμενα
     κλητική επιδεινούμενοι επιδεινούμενες επιδεινούμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

επιδεινούμενος < μετοχή παθητικού ενεστώταΚατηγορία:Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά) επιδεινώνω

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμυονιεδιπε

επιδεινούμενος, -η, -ο

  1. που επιδεινώνεται, που γίνεται όλο και πιο οδυνηρός, που χειροτερεύει
    Η επιδεινούμενη κεφαλαλγία μετά από τραυματισμό σε συνδυασμό με τάσεις για εμετό αποτελούν ένδειξη για εισαγωγή σε νοσοκομείο
    Η επιδεινούμενη οικονομική κρίση

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμυονιεδιπε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά