επικαιροποιώ
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
Προφορά
- ΔΦΑ : /e.pi.ce.ɾo.piˈo/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ε‐πι‐και‐ρο‐ποι‐ώ
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ωιοποριακιπε
επικαιροποιώ
- κάνω κάτι σύγχρονο και λειτουργικό με βάση τις τρέχουσες συνθήκες
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)Αναλυτικότερα, όσοι έχουν εκδώσει και χρησιμοποιούν κωδικούς Taxisnet «οφείλουν να επικαιροποιούν στην ψηφιακή πύλη myAADE τα στοιχεία ηλεκτρονικής επικοινωνίας τους, ήτοι τις διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) και τα τηλέφωνα τους (Κινητό και Σταθερό τηλέφωνο)».
- Taxisnet: Η διαδικασία για να επικαιροποιήσετε τα στοιχεία που ζητά η ΑΑΔΕ, newmoney.gr, 15 Απριλίου 2022
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)Αναλυτικότερα, όσοι έχουν εκδώσει και χρησιμοποιούν κωδικούς Taxisnet «οφείλουν να επικαιροποιούν στην ψηφιακή πύλη myAADE τα στοιχεία ηλεκτρονικής επικοινωνίας τους, ήτοι τις διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) και τα τηλέφωνα τους (Κινητό και Σταθερό τηλέφωνο)».
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | επικαιροποιώ | επικαιροποιούσα | θα επικαιροποιώ | να επικαιροποιώ | επικαιροποιώντας | |
| β' ενικ. | επικαιροποιείς | επικαιροποιούσες | θα επικαιροποιείς | να επικαιροποιείς | (επικαιροποίει) | |
| γ' ενικ. | επικαιροποιεί | επικαιροποιούσε | θα επικαιροποιεί | να επικαιροποιεί | ||
| α' πληθ. | επικαιροποιούμε | επικαιροποιούσαμε | θα επικαιροποιούμε | να επικαιροποιούμε | ||
| β' πληθ. | επικαιροποιείτε | επικαιροποιούσατε | θα επικαιροποιείτε | να επικαιροποιείτε | επικαιροποιείτε | |
| γ' πληθ. | επικαιροποιούν(ε) | επικαιροποιούσαν(ε) | θα επικαιροποιούν(ε) | να επικαιροποιούν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | επικαιροποίησα | θα επικαιροποιήσω | να επικαιροποιήσω | επικαιροποιήσει | ||
| β' ενικ. | επικαιροποίησες | θα επικαιροποιήσεις | να επικαιροποιήσεις | επικαιροποίησε | ||
| γ' ενικ. | επικαιροποίησε | θα επικαιροποιήσει | να επικαιροποιήσει | |||
| α' πληθ. | επικαιροποιήσαμε | θα επικαιροποιήσουμε | να επικαιροποιήσουμε | |||
| β' πληθ. | επικαιροποιήσατε | θα επικαιροποιήσετε | να επικαιροποιήσετε | επικαιροποιήστε | ||
| γ' πληθ. | επικαιροποίησαν επικαιροποιήσαν(ε) |
θα επικαιροποιήσουν(ε) | να επικαιροποιήσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω επικαιροποιήσει | είχα επικαιροποιήσει | θα έχω επικαιροποιήσει | να έχω επικαιροποιήσει | ||
| β' ενικ. | έχεις επικαιροποιήσει | είχες επικαιροποιήσει | θα έχεις επικαιροποιήσει | να έχεις επικαιροποιήσει | ||
| γ' ενικ. | έχει επικαιροποιήσει | είχε επικαιροποιήσει | θα έχει επικαιροποιήσει | να έχει επικαιροποιήσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε επικαιροποιήσει | είχαμε επικαιροποιήσει | θα έχουμε επικαιροποιήσει | να έχουμε επικαιροποιήσει | ||
| β' πληθ. | έχετε επικαιροποιήσει | είχατε επικαιροποιήσει | θα έχετε επικαιροποιήσει | να έχετε επικαιροποιήσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν επικαιροποιήσει | είχαν επικαιροποιήσει | θα έχουν επικαιροποιήσει | να έχουν επικαιροποιήσει |
| |
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | επικαιροποιούμαι | επικαιροποιούμουν | θα επικαιροποιούμαι | να επικαιροποιούμαι | επικαιροποιούμενος | |
| β' ενικ. | επικαιροποιείσαι | επικαιροποιούσουν | θα επικαιροποιείσαι | να επικαιροποιείσαι | ||
| γ' ενικ. | επικαιροποιείται | επικαιροποιούνταν | θα επικαιροποιείται | να επικαιροποιείται | ||
| α' πληθ. | επικαιροποιούμαστε | επικαιροποιούμασταν επικαιροποιούμαστε |
θα επικαιροποιούμαστε | να επικαιροποιούμαστε | ||
| β' πληθ. | επικαιροποιείστε | επικαιροποιούσασταν επικαιροποιούσαστε |
θα επικαιροποιείστε | να επικαιροποιείστε | επικαιροποιείστε | |
| γ' πληθ. | επικαιροποιούνται | επικαιροποιούνταν | θα επικαιροποιούνται | να επικαιροποιούνται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | επικαιροποιήθηκα | θα επικαιροποιηθώ | να επικαιροποιηθώ | επικαιροποιηθεί | ||
| β' ενικ. | επικαιροποιήθηκες | θα επικαιροποιηθείς | να επικαιροποιηθείς | επικαιροποιήσου | ||
| γ' ενικ. | επικαιροποιήθηκε | θα επικαιροποιηθεί | να επικαιροποιηθεί | |||
| α' πληθ. | επικαιροποιηθήκαμε | θα επικαιροποιηθούμε | να επικαιροποιηθούμε | |||
| β' πληθ. | επικαιροποιηθήκατε | θα επικαιροποιηθείτε | να επικαιροποιηθείτε | επικαιροποιηθείτε | ||
| γ' πληθ. | επικαιροποιήθηκαν επικαιροποιηθήκαν(ε) |
θα επικαιροποιηθούν(ε) | να επικαιροποιηθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω επικαιροποιηθεί | είχα επικαιροποιηθεί | θα έχω επικαιροποιηθεί | να έχω επικαιροποιηθεί | επικαιροποιημένος | |
| β' ενικ. | έχεις επικαιροποιηθεί | είχες επικαιροποιηθεί | θα έχεις επικαιροποιηθεί | να έχεις επικαιροποιηθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει επικαιροποιηθεί | είχε επικαιροποιηθεί | θα έχει επικαιροποιηθεί | να έχει επικαιροποιηθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε επικαιροποιηθεί | είχαμε επικαιροποιηθεί | θα έχουμε επικαιροποιηθεί | να έχουμε επικαιροποιηθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε επικαιροποιηθεί | είχατε επικαιροποιηθεί | θα έχετε επικαιροποιηθεί | να έχετε επικαιροποιηθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν επικαιροποιηθεί | είχαν επικαιροποιηθεί | θα έχουν επικαιροποιηθεί | να έχουν επικαιροποιηθεί | ||
Μεταφράσεις
επικαιροποιώ
Αναφορές
- ↑ επικαιροποιώ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ποιώ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρούμαι»
Κατηγορία:Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρώ»
Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)