επιτηδευμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο επιτηδευμένος η επιτηδευμένη το επιτηδευμένο
      γενική του επιτηδευμένου της επιτηδευμένης του επιτηδευμένου
    αιτιατική τον επιτηδευμένο την επιτηδευμένη το επιτηδευμένο
     κλητική επιτηδευμένε επιτηδευμένη επιτηδευμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι επιτηδευμένοι οι επιτηδευμένες τα επιτηδευμένα
      γενική των επιτηδευμένων των επιτηδευμένων των επιτηδευμένων
    αιτιατική τους επιτηδευμένους τις επιτηδευμένες τα επιτηδευμένα
     κλητική επιτηδευμένοι επιτηδευμένες επιτηδευμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

επιτηδευμένος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) ἐπιτετηδευμένος (μετοχή παθητικού παρακειμένουΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) ἐπιτηδεύομαι (εξασκημένος με τέχνη και όχι από τη φύση του) χωρίς τον αναδιπλασιασμό[1]  δείτε επιτηδεύομαι, ρήμα στην παθητική φωνή

Προφορά

ΔΦΑ : /e.pi.ti.ðevˈme.nos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: επιτηδευμένος

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμυεδητιπε

επιτηδευμένος -η, ο

  1. που έχει συμπεριφορά ή ύφος προσεγμένο σε υπερβολικό βαθμό
      Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα από μεταφράσεις (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Φορώντας γιλέκο, γραβάτα και καπέλο φεντόρα, ένας μπαρίστας με τρόπους επιτηδευμένους τους σέρβιρε γρήγορα την παραγγελία τους. Όρμησαν ο καθένας στο πιάτο του και ήπιαν τον καφέ.
    Guillaume Musso, Σέντραλ Πάρκ, Μετάφραση: Ρίτα Κολαΐτη. Αθήνα (2014), Εκδόσεις: Καστανιώτη, ISBN 9789600359954, @google.gr/books
  2. που είναι ψεύτικος με τρόπο συγκαλυμμένο, χωρίς γνησιότητα
     συνώνυμα: πλαστός, προσποιητός

Αντώνυμα

Συγγενικά

 και δείτε τη λέξη επιτήδειος

Μεταφράσεις

Αναφορές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμυεδητιπε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα από μεταφράσεις (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Σελίδες που χρησιμοποιούν μαγικούς συνδέσμους ISBN