επιχορηγούμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο επιχορηγούμενος η επιχορηγούμενη το επιχορηγούμενο
      γενική του επιχορηγούμενου της επιχορηγούμενης του επιχορηγούμενου
    αιτιατική τον επιχορηγούμενο την επιχορηγούμενη το επιχορηγούμενο
     κλητική επιχορηγούμενε επιχορηγούμενη επιχορηγούμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι επιχορηγούμενοι οι επιχορηγούμενες τα επιχορηγούμενα
      γενική των επιχορηγούμενων των επιχορηγούμενων των επιχορηγούμενων
    αιτιατική τους επιχορηγούμενους τις επιχορηγούμενες τα επιχορηγούμενα
     κλητική επιχορηγούμενοι επιχορηγούμενες επιχορηγούμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμυογηροχιπε

επιχορηγούμενος

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμυογηροχιπε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά