ευθυγραμμισμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ευθυγραμμισμένος η ευθυγραμμισμένη το ευθυγραμμισμένο
      γενική του ευθυγραμμισμένου της ευθυγραμμισμένης του ευθυγραμμισμένου
    αιτιατική τον ευθυγραμμισμένο την ευθυγραμμισμένη το ευθυγραμμισμένο
     κλητική ευθυγραμμισμένε ευθυγραμμισμένη ευθυγραμμισμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ευθυγραμμισμένοι οι ευθυγραμμισμένες τα ευθυγραμμισμένα
      γενική των ευθυγραμμισμένων των ευθυγραμμισμένων των ευθυγραμμισμένων
    αιτιατική τους ευθυγραμμισμένους τις ευθυγραμμισμένες τα ευθυγραμμισμένα
     κλητική ευθυγραμμισμένοι ευθυγραμμισμένες ευθυγραμμισμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ευθυγραμμισμένος < ευθυγραμμίζω

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμσιμμαργυθυε

ευθυγραμμισμένος, -η, -ο

  1. που έχει τοποθετηθεί σε ευθεία γραμμή με άλλον
  2. (πολιτική)Κατηγορία:Πολιτική (νέα ελληνικά), (οικονομία)Κατηγορία:Οικονομία (νέα ελληνικά): (μεταφορικά): που ακολουθεί πιστά μία άποψη, θέση, σχεδιασμό, προγραμματισμό, δόγμα κ.λπ.

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμσιμμαργυθυε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Οικονομία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Πολιτική (νέα ελληνικά)