ημιειδικευμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ημιειδικευμένος η ημιειδικευμένη το ημιειδικευμένο
      γενική του ημιειδικευμένου της ημιειδικευμένης του ημιειδικευμένου
    αιτιατική τον ημιειδικευμένο την ημιειδικευμένη το ημιειδικευμένο
     κλητική ημιειδικευμένε ημιειδικευμένη ημιειδικευμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ημιειδικευμένοι οι ημιειδικευμένες τα ημιειδικευμένα
      γενική των ημιειδικευμένων των ημιειδικευμένων των ημιειδικευμένων
    αιτιατική τους ημιειδικευμένους τις ημιειδικευμένες τα ημιειδικευμένα
     κλητική ημιειδικευμένοι ημιειδικευμένες ημιειδικευμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ημιειδικευμένος < ημι-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ημι- (νέα ελληνικά) + ειδικευμένος ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) semiskilled)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμυεκιδιειμη

ημιειδικευμένος

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμυεκιδιειμη
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ημι- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)