καθυστερούμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο καθυστερούμενος η καθυστερούμενη το καθυστερούμενο
      γενική του καθυστερούμενου της καθυστερούμενης του καθυστερούμενου
    αιτιατική τον καθυστερούμενο την καθυστερούμενη το καθυστερούμενο
     κλητική καθυστερούμενε καθυστερούμενη καθυστερούμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι καθυστερούμενοι οι καθυστερούμενες τα καθυστερούμενα
      γενική των καθυστερούμενων των καθυστερούμενων των καθυστερούμενων
    αιτιατική τους καθυστερούμενους τις καθυστερούμενες τα καθυστερούμενα
     κλητική καθυστερούμενοι καθυστερούμενες καθυστερούμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

καθυστερούμενος < μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καθυστερώΚατηγορία:Μετοχές ενεργητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμυορετσυθακ

καθυστερούμενος -η -ο

  • αυτός που τον έχουν καθυστερήσει

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμυορετσυθακ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές ενεργητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά