καρατσεκαρισμένος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμσιρακεσταρακ
καρατσεκαρισμένος, -η, -ο
- (νεολογισμόςΚατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά), προφορικόΚατηγορία:Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά)) επιτατικό του διασταυρωμένος: που είναι από πολλές πλευρές και με πολλούς τρόπους τσεκαρισμένος· που έχει ελεγχθεί με προσοχή (επισταμένα) ως προς την αλήθεια ή την ισχύ του
Μεταφράσεις
καρατσεκαρισμένος
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα καρα- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά)