καρυκευμένος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμυεκυρακ
καρυκευμένος, -η, -ο
- που έχει καρυκευτεί
Αντώνυμα
Μεταφράσεις
καρυκευμένος
|
|