κατάσταση πολιορκίας
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
Προφορά
- ΔΦΑ : /kaˈta.sta.si po.li.oɾˈki.as/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κα‐τά‐στα‐ση πο‐λι‐ορ‐κί‐ας
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σαικροιλοπησατσατακ
κατάσταση πολιορκίας θηλυκό
- (νομικός όρος)Κατηγορία:Νομικοί όροι (νέα ελληνικά) έκτακτο καθεστώς που κηρύσσεται από τις αρχές σε περιπτώσεις σοβαρής απειλής για την εθνική ασφάλεια, με το οποίο λαμβάνονται ειδικά μέτρα προστασίας και αναστέλλονται προσωρινά ορισμένα συνταγματικά δικαιώματα των πολιτών
Η χώρα κηρύχθηκε σε κατάσταση πολιορκίας.
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
κατάσταση πολιορκίας
|
Αναφορές
- ↑ πολιορκία - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Πηγές
- πολιορκία - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σαικροιλοπησατσατακ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Νομικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)