καταβαραθρώνω

Νέα ελληνικά (el)

Ετυμολογία

καταβαραθρώνω < κατα- + βαραθρώνω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) abîmer)

ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ωνωρθαραβατακ

καταβαραθρώνω (παθητική φωνή: καταβαραθρώνομαι)

  1. ρίχνω κάποιον/κάτι σε ένα βάραθρο
  2. (μεταφορικά) προκαλώ την πτώση κάποιου σε πολύ χαμηλά επίπεδα ή την πλήρη απαξίωση ή αποτυχία ή καταστροφή του
    τα νέα μέτρα καταβαράθρωσαν τη δημοτικότητα του πρωθυπουργού

Συγγενικά

Κλίση

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ωνωρθαραβατακ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ρήματα που κλίνονται όπως το «δηλώνω» Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)