καταγοητευμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο καταγοητευμένος η καταγοητευμένη το καταγοητευμένο
      γενική του καταγοητευμένου της καταγοητευμένης του καταγοητευμένου
    αιτιατική τον καταγοητευμένο την καταγοητευμένη το καταγοητευμένο
     κλητική καταγοητευμένε καταγοητευμένη καταγοητευμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι καταγοητευμένοι οι καταγοητευμένες τα καταγοητευμένα
      γενική των καταγοητευμένων των καταγοητευμένων των καταγοητευμένων
    αιτιατική τους καταγοητευμένους τις καταγοητευμένες τα καταγοητευμένα
     κλητική καταγοητευμένοι καταγοητευμένες καταγοητευμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

καταγοητευμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένουΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) καταγοητεύω / κατα-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα κατα- (νέα ελληνικά) + γοητευμένος

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμυετηογατακ

καταγοητευμένος, -η, -ο

  • ιδιαίτερα, πλήρως γοητευμένος

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμυετηογατακ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα κατα- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά