κατακεραυνώνω
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- κατακεραυνώνω < ελληνιστική κοινή Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά) κατακεραυνόω / κατακεραυνῶ < κατα- + αρχαία ελληνική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) κεραυνόω < κεραυνός (2. (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) foudroyer)
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ωνωνυαρεκατακ
κατακεραυνώνω (παθητική φωνή: κατακεραυνώνομαι)
- (κυριολεκτικά) κεραυνοβολώ
- (μεταφορικά) με αυστηρότητα επιτιμώ κάποιον (με λόγια, κινήσεις ή συμπεριφορά), τον δυσαρεστώ και τον αφήνω άναυδο, χωρίς περιθώρια αντίδρασης
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) χ.η. ΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΛ. ΠΑΛΛΗ, σελ. 108
- Είκοσι περίπου χρόνια αργότερα ο Οικονόμος θα κατακεραυνώσει ωστόσο τη μετάφραση και την αρχαΐζουσα γλώσσα του Βάμβα ως «χυδαιοελληνικήν» και «χυδαιογραικικήν»,82 ενώ όλη η Επίκρισις (Οικονομος 1839) είναι γεμάτη από χαρακτηρισμούς όπως «χυδαιολεκτική μετάφρασις», «χυδαιολογία της μεταφράσεως», «χυδαία μετάφρασις» / «χυδαιολεκτική φράσις των Γραφών» κ.λπ.83
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) χ.η. ΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΛ. ΠΑΛΛΗ, σελ. 108
Άλλες μορφές
Συγγενικά
- κατακεραυνωμένος
- κατακεραύνωση
- → δείτε τη λέξη κεραυνός
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | κατακεραυνώνω | κατακεραύνωνα | θα κατακεραυνώνω | να κατακεραυνώνω | κατακεραυνώνοντας | |
| β' ενικ. | κατακεραυνώνεις | κατακεραύνωνες | θα κατακεραυνώνεις | να κατακεραυνώνεις | κατακεραύνωνε | |
| γ' ενικ. | κατακεραυνώνει | κατακεραύνωνε | θα κατακεραυνώνει | να κατακεραυνώνει | ||
| α' πληθ. | κατακεραυνώνουμε | κατακεραυνώναμε | θα κατακεραυνώνουμε | να κατακεραυνώνουμε | ||
| β' πληθ. | κατακεραυνώνετε | κατακεραυνώνατε | θα κατακεραυνώνετε | να κατακεραυνώνετε | κατακεραυνώνετε | |
| γ' πληθ. | κατακεραυνώνουν(ε) | κατακεραύνωναν κατακεραυνώναν(ε) |
θα κατακεραυνώνουν(ε) | να κατακεραυνώνουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | κατακεραύνωσα | θα κατακεραυνώσω | να κατακεραυνώσω | κατακεραυνώσει | ||
| β' ενικ. | κατακεραύνωσες | θα κατακεραυνώσεις | να κατακεραυνώσεις | κατακεραύνωσε | ||
| γ' ενικ. | κατακεραύνωσε | θα κατακεραυνώσει | να κατακεραυνώσει | |||
| α' πληθ. | κατακεραυνώσαμε | θα κατακεραυνώσουμε | να κατακεραυνώσουμε | |||
| β' πληθ. | κατακεραυνώσατε | θα κατακεραυνώσετε | να κατακεραυνώσετε | κατακεραυνώστε | ||
| γ' πληθ. | κατακεραύνωσαν κατακεραυνώσαν(ε) |
θα κατακεραυνώσουν(ε) | να κατακεραυνώσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω κατακεραυνώσει | είχα κατακεραυνώσει | θα έχω κατακεραυνώσει | να έχω κατακεραυνώσει | ||
| β' ενικ. | έχεις κατακεραυνώσει | είχες κατακεραυνώσει | θα έχεις κατακεραυνώσει | να έχεις κατακεραυνώσει | ||
| γ' ενικ. | έχει κατακεραυνώσει | είχε κατακεραυνώσει | θα έχει κατακεραυνώσει | να έχει κατακεραυνώσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε κατακεραυνώσει | είχαμε κατακεραυνώσει | θα έχουμε κατακεραυνώσει | να έχουμε κατακεραυνώσει | ||
| β' πληθ. | έχετε κατακεραυνώσει | είχατε κατακεραυνώσει | θα έχετε κατακεραυνώσει | να έχετε κατακεραυνώσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν κατακεραυνώσει | είχαν κατακεραυνώσει | θα έχουν κατακεραυνώσει | να έχουν κατακεραυνώσει |
| |
Μεταφράσεις
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ωνωνυαρεκατακ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρήματα που κλίνονται όπως το «δηλώνω»
Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)