κατακοκκινισμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κατακοκκινισμένος η κατακοκκινισμένη το κατακοκκινισμένο
      γενική του κατακοκκινισμένου της κατακοκκινισμένης του κατακοκκινισμένου
    αιτιατική τον κατακοκκινισμένο την κατακοκκινισμένη το κατακοκκινισμένο
     κλητική κατακοκκινισμένε κατακοκκινισμένη κατακοκκινισμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κατακοκκινισμένοι οι κατακοκκινισμένες τα κατακοκκινισμένα
      γενική των κατακοκκινισμένων των κατακοκκινισμένων των κατακοκκινισμένων
    αιτιατική τους κατακοκκινισμένους τις κατακοκκινισμένες τα κατακοκκινισμένα
     κλητική κατακοκκινισμένοι κατακοκκινισμένες κατακοκκινισμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

κατακοκκινισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένουΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) κατακοκκινίζω / κατα-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα κατα- (νέα ελληνικά) + κοκκινισμένος

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμσινικκοκατακ

κατακοκκινισμένος, -η, -ο

  • ιδιαίτερα, πλήρως κοκκινισμένος

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμσινικκοκατακ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα κατα- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά