κατακρατημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κατακρατημένος η κατακρατημένη το κατακρατημένο
      γενική του κατακρατημένου της κατακρατημένης του κατακρατημένου
    αιτιατική τον κατακρατημένο την κατακρατημένη το κατακρατημένο
     κλητική κατακρατημένε κατακρατημένη κατακρατημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κατακρατημένοι οι κατακρατημένες τα κατακρατημένα
      γενική των κατακρατημένων των κατακρατημένων των κατακρατημένων
    αιτιατική τους κατακρατημένους τις κατακρατημένες τα κατακρατημένα
     κλητική κατακρατημένοι κατακρατημένες κατακρατημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

κατακρατημένος: μετοχή παθητικού παρακειμένουΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) κατακρατώ, κατακρατούμαι / κατα-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα κατα- (νέα ελληνικά) + κρατημένος

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηταρκατακ

κατακρατημένος, -η, -ο

Αντώνυμα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμηταρκατακ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα κατα- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά