καταλασπωμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο καταλασπωμένος η καταλασπωμένη το καταλασπωμένο
      γενική του καταλασπωμένου της καταλασπωμένης του καταλασπωμένου
    αιτιατική τον καταλασπωμένο την καταλασπωμένη το καταλασπωμένο
     κλητική καταλασπωμένε καταλασπωμένη καταλασπωμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι καταλασπωμένοι οι καταλασπωμένες τα καταλασπωμένα
      γενική των καταλασπωμένων των καταλασπωμένων των καταλασπωμένων
    αιτιατική τους καταλασπωμένους τις καταλασπωμένες τα καταλασπωμένα
     κλητική καταλασπωμένοι καταλασπωμένες καταλασπωμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

καταλασπωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένουΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) καταλασπώνω / κατα-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα κατα- (νέα ελληνικά) + λασπωμένος

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμωπσαλατακ

καταλασπωμένος, -η, -ο

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμωπσαλατακ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα κατα- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά