κατανεμημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κατανεμημένος η κατανεμημένη το κατανεμημένο
      γενική του κατανεμημένου της κατανεμημένης του κατανεμημένου
    αιτιατική τον κατανεμημένο την κατανεμημένη το κατανεμημένο
     κλητική κατανεμημένε κατανεμημένη κατανεμημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κατανεμημένοι οι κατανεμημένες τα κατανεμημένα
      γενική των κατανεμημένων των κατανεμημένων των κατανεμημένων
    αιτιατική τους κατανεμημένους τις κατανεμημένες τα κατανεμημένα
     κλητική κατανεμημένοι κατανεμημένες κατανεμημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

κατανεμημένος: μετοχή παθητικού παρακειμένουΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) κατανέμω

Προφορά

ΔΦΑ : /ka.ta.ne.miˈme.nos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμημενατακ

κατανεμημένος, -η, -ο

  1. που έχει κατανεμηθεί
  2. (δίκτυο υπολογιστών)Κατηγορία:Δίκτυο υπολογιστών (νέα ελληνικά) distributed: ο επιμερισμός μιάς λειτουργίας, με την χρήση δικτύου, σε πολλούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές, έτσι ώστε να μοιάζει στους χρήστες σαν ένας απλός υπολογιστής
     συνώνυμα: διανεμημένος
     αντώνυμα: συγκεντρωτικός

Αντώνυμα

Πολυλεκτικοί όροι

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμημενατακ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Δίκτυο υπολογιστών (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά