καταστηματάρχης
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναύτης' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
Προφορά
- ΔΦΑ : /ka.ta.sti.maˈtaɾ.çis/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κα‐τα‐στη‐μα‐τάρ‐χης
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σηχραταμητσατακ
καταστηματάρχης αρσενικό (θηλυκό καταστηματάρχισσα)
- (επάγγελμα)Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά) αυτός που διατηρεί (εμπορικό) κατάστημα
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Η Μυρτώ, αφού τελείωσε τις εργασίες της, κατευθύνθηκε με το ποδήλατό της προς την οδό Σερίφ για το μάθημα πιάνου. Καθ΄ οδόν σταμάτησε για να αγοράσει ένα καινούργιο πεντάγραμμο από το κεντρικό βιβλιοχαρτοπωλείο. Αλλά ο καταστηματάρχης δεν τη χρέωσε. Χρωστούσε ήδη πολλά στο γιατρό της, είπε. Κι εκείνη τον ευχαρίστησε θερμά και ένιωσε ικανοποίηση και υπερηφάνεια για τον πατέρα της. (Πέρσα Κουμούτση, Αλεξανδρινές φωνές στην οδό Λέψιους, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)
Συνώνυμα
Συγγενικά
Μεταφράσεις
καταστηματάρχης
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -άρχης (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναύτης' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)