κεντρικοποιημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κεντρικοποιημένος η κεντρικοποιημένη το κεντρικοποιημένο
      γενική του κεντρικοποιημένου της κεντρικοποιημένης του κεντρικοποιημένου
    αιτιατική τον κεντρικοποιημένο την κεντρικοποιημένη το κεντρικοποιημένο
     κλητική κεντρικοποιημένε κεντρικοποιημένη κεντρικοποιημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κεντρικοποιημένοι οι κεντρικοποιημένες τα κεντρικοποιημένα
      γενική των κεντρικοποιημένων των κεντρικοποιημένων των κεντρικοποιημένων
    αιτιατική τους κεντρικοποιημένους τις κεντρικοποιημένες τα κεντρικοποιημένα
     κλητική κεντρικοποιημένοι κεντρικοποιημένες κεντρικοποιημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

κεντρικοποιημένος (νεολογισμός)Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά) < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) centralized

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηιοποκιρτνεκ

κεντρικοποιημένος, -η, -ο

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμηιοποκιρτνεκ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)