κλονιζόμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κλονιζόμενος η κλονιζόμενη το κλονιζόμενο
      γενική του κλονιζόμενου της κλονιζόμενης του κλονιζόμενου
    αιτιατική τον κλονιζόμενο την κλονιζόμενη το κλονιζόμενο
     κλητική κλονιζόμενε κλονιζόμενη κλονιζόμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κλονιζόμενοι οι κλονιζόμενες τα κλονιζόμενα
      γενική των κλονιζόμενων των κλονιζόμενων των κλονιζόμενων
    αιτιατική τους κλονιζόμενους τις κλονιζόμενες τα κλονιζόμενα
     κλητική κλονιζόμενοι κλονιζόμενες κλονιζόμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

κλονιζόμενος < κλονίζομαι

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμοζινολκ

κλονιζόμενος, -η, -ο

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμοζινολκ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά