κοκκομετρικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κοκκομετρικός η κοκκομετρική το κοκκομετρικό
      γενική του κοκκομετρικού της κοκκομετρικής του κοκκομετρικού
    αιτιατική τον κοκκομετρικό την κοκκομετρική το κοκκομετρικό
     κλητική κοκκομετρικέ κοκκομετρική κοκκομετρικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κοκκομετρικοί οι κοκκομετρικές τα κοκκομετρικά
      γενική των κοκκομετρικών των κοκκομετρικών των κοκκομετρικών
    αιτιατική τους κοκκομετρικούς τις κοκκομετρικές τα κοκκομετρικά
     κλητική κοκκομετρικοί κοκκομετρικές κοκκομετρικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

κοκκομετρικός < κοκκομετρία + -ικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά) ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) granulométrique)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιρτεμοκκοκ

κοκκομετρικός

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιρτεμοκκοκ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)