κολυμπημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κολυμπημένος η κολυμπημένη το κολυμπημένο
      γενική του κολυμπημένου της κολυμπημένης του κολυμπημένου
    αιτιατική τον κολυμπημένο την κολυμπημένη το κολυμπημένο
     κλητική κολυμπημένε κολυμπημένη κολυμπημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κολυμπημένοι οι κολυμπημένες τα κολυμπημένα
      γενική των κολυμπημένων των κολυμπημένων των κολυμπημένων
    αιτιατική τους κολυμπημένους τις κολυμπημένες τα κολυμπημένα
     κλητική κολυμπημένοι κολυμπημένες κολυμπημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Προφορά

/?/

Ετυμολογία el

κολυμπημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένουΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) κολυμπιέμαι (σημασία: με κολυμπούν ή κολυμπούν εντός μου/μέσα μου)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηπμυλοκ

κολυμπημένος, -η, -ο αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο

  1. που έχει κολυμπηθεί, που τον διάνυσαν-διέσχισαν κολυμπώντας
    κολυμπημένη από γοργόνες παραλία
  2. (λαϊκότροπο)Κατηγορία:Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά) που έχει κολυμπήσει

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά