κυματογράφος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
Προφορά
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοφαργοταμυκ
κυματογράφος αρσενικό
- (ιατρική)Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) ειδικό μηχάνημα ή όργανο καταγραφής και καταμέτρησης διαφόρων ρυθμικών κινήσεων ενός οργανισμού (αναπνοή, σφυγμός, καρδιακός παλμός κ.λπ.)
Άλλες μορφές
Συγγενικά
Μεταφράσεις
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοφαργοταμυκ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)