κυριολεκτικώς

Δείτε επίσης: κυριολεκτικῶς

Νέα ελληνικά (el)

Ετυμολογία

κυριολεκτικώς < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά) κυριολεκτικῶς. Συγχρονικά αναλύεται σε κυριολεκτικ(ός) + -ώςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ώς (νέα ελληνικά).

ΕπίρρημαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επιρρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σωκιτκελοιρυκ

κυριολεκτικώς

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σωκιτκελοιρυκ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επιρρήματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ώς (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)