Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
| Κατηγορίες » Γλώσσα: Νέα ελληνικά » Ετυμολογία » Δανεισμοί » Λόγια δάνεια » Λόγια διαχρονικά δάνεια » από τα μεσαιωνικά ελληνικά « Ετυμολογία « Μεσαιωνικά ελληνικά |
- λόγια διαχρονικά δάνεια, αναβιωμένες λέξεις, προϊόντα εσωτερικού δανεισμού από λογίους, συγγραφείς
Pages in category "Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)"
- αγιοποιώ
- αδασμολόγητος
- αδελφάτο
- αδελφοσύνη
- αιθεροβάμων
- αιμομίκτης
- ακαινοτόμητος
- ακρίτας
- ακριτικός
- ακυρίευτος
- αλάξευτος
- αμαυρώνω
- αμπελοκόμος
- αμφιθαλής
- αμφίστομος
- αναβλητικώς
- αναθιβάλλω
- αναμόχλευση
- ανανεώνω
- αναστηλώνω
- αναχρονισμός
- ανέγγιχτος
- ανεμόδρομος
- ανήμερα
- άνοπτος
- ανυποληψία
- αξιοπρέπεια
- άπαιχτος
- άπατρις
- απιδιά
- αποδοτικώς
- Απόκρεω
- απολίνωση
- απολυτίκιο
- αποτρίχωση
- απόφοιτος
- απροσκόπτως
- απώθηση
- αριστούργημα
- αρμένικος
- αρμενικός
- άρμενο
- αρτοκλασία
- αρτοποίηση
- αρχιδιάκονος
- ασπιδοφόρος
- ατημελησία
- αυθόρμητος
- αυτοκρατόρισσα
- αυτόφωτος
- άφυλος
- άχλωρος
- βλοσυρότητα
- βουλγαρικός
- βραδύτητα
- βράχυνση
- βυσσοδομώ
- βυτίον
- γενναιόφρων
- γενναιόψυχος
- γναφέας
- γνωστοποιώ
- γραμμάριο
- γυναικωτός
- δανειακός
- δέηση
- δεσποινίς
- δεσποτάτο
- διαγωνισμός
- διαζύγιο
- διαμηνύω
- διαπομπεύω
- διασαφήνιση
- διασκελίζω
- διημέρευση
- διήμερος
- δίσεκτος
- δισήμαντος
- δισυπόστατος
- δουλόφρονας
- δουλόφρων
- δραματικώς
- δράση
- δυστράχηλος
- δωδεκαήμερος
- εγκαινιάζω
- εδραίωση
- εικονογραφία
- εικονολάτρης
- εικονομάχος
- εικονοστάσιο
- ειρήσθω εν παρόδω
- εκδούλευση
- εκθέτω
- εκλαμπρότης
- εκσφενδονίζω
- ελαφοκέρατο
- Έλληνας
- εμβατίκια
- έμνοστος
- έμπιστος
- εμπρόθετος
- εμπτυσμός
- ενασχόληση
- ενθέρμως
- ενοχή
- ένσημο
- εν τοις πράγμασι
- εν τούτοις
- εντούτοις
- εξαγόραση
- εξ αγχιστείας
- εξ αίματος
- εξαιτίας
- εξαποστειλάριο
- εξεμέτρησε το ζην
- εξωνάρθηκας
- εορτολόγιο
- επαινετικώς
- επιτοπίως
- ερωταπόκριση
- εσοδεία
- ευγενικός
- ευδιακρίτως
- ευλογιά
- ευλύγιστος
- ευσυνόπτως
- ζηλοφθονία
- ζηλόφθονος
- ζόφος
- ζωηρός
- η αρχή είναι το ήμισυ του παντός
- ηγούμενος
- ηλιοστάλακτος
- ηλιοστάσιο
- ήλωση
- ημισέληνος
- θεοβάδιστος
- Θεογεννήτωρ
- θεοκτόνος
- Θεοκυήτωρ
- Θεομήτωρ
- θέσπισμα
- θολωτός
- θύραθεν
- ιδιόχειρος
- ιεροδιάκονος
- ιερολογώ
- ιεροπραξία
- ίνδικτος
- ιχθυόμορφος
- καγκελαρία
- καγκελάριος
- κακογράφος
- καλένδες
- καλοφαγία
- κανείς
- καπιτολάριο
- καπιτουλάριο
- καπνικόν
- καρδινάλιος
- καστόρι
- καταισχύνη
- κατάκαυση
- κατακραυγή
- καταλύω
- καταπειστικός
- κατ' αποκοπή
- κατάρρευση
- κατασβεστήρας
- κατάστημα
- καταστολέας
- καταφρόνηση
- κατιόντες
- κάτωθεν
- κερδαλεόφρων
- κηκίδι
- κοινοβιακώς
- κοινοποίηση
- κολυμβήθρα
- κομπορρημοσύνη
- κομπορρήμων
- κοντάκι
- κουτρούβιο
- κρεούργημα
- κριθάλευρο
- κτητορικός
- κτίσιμο
- κτιτορικός
- κυριάρχηση
- κυριολεκτικώς
- λακωνικώς
- λαφυραγώγηση
- λευκάζω
- λιόκαλος
- λιτανεύω
- λιτή
- λογοθέτης
- λογοκοπώ
- λογοτέχνης
- λογοτεχνία
- λυκόμορφος
- μαρκήσιος
- μαρμάρωση
- μαρτυρικώς
- μεγαλόσχημος
- μελωδός
- μερικεύω
- μερικότητα
- μεσόθυρο
- μεταδίδω
- μετανάστευση
- μεταπλασμένος
- μεταπλασμός
- μεταρρύθμιση
- μετουσιώνω
- μετουσίωση
- μετρίαση
- μικρόνοια
- μόδι
- μονώροφος
- μυριόπλουτος
- μυσαρότητα
- ξάφνω
- ξυλοσοφία
- ξυλόσοφος
- ξυλόστεγος
- οιάκιση
- ολίγον τι
- ολοκληρώνω
- ομοιοκαταληξία
- ομοτονία
- οξύνους
- οποίος
- ορεσίβιος
- ορθομαρμάρωση
- πάκτωση
- παλιννόστηση
- Παναγιότατος
- παναμώμητος
- πανευτυχής
- πανύψηλος
- παρακελευσματικός
- παρθενοφθορία
- παρυδάτιος
- πατριαρχικός
- πεζόβολο
- πεζοδρόμος
- περιαυτολόγος
- περίθαλψη
- πιστάγκωνα
- πλεύσιμος
- πλουσιοπάροχος
- πνευματικός
- πνέω τα λοίσθια
- ποδόμακτρο
- πολεμοχαρής
- πορφυρώνω
- πριγκιπάτο
- προάσκηση
- προγαμιαίος
- προεικονίζω
- προεξέχω
- προεόρτια
- προ ολίγου
- προορατικώς
- πρωτέκδικος
- πρωτόγραφο
- πρωτόκολλο
- πρωτονοτάριος
- πρωτοπαθής
- πρωτοπαλίκαρο
- πρωτοσπαθάριος
- πτερνιστήρας
- ρηγιώνα
- ρολόι
- ροπαλοφόρος
- ρρ
- σακελλάριος
- σάκος
- σεβαστοκράτωρ
- σκανδαλοποιός
- σκίαση
- σολδίο
- σπαθάριος
- σπαθισμός
- σπαρακτικός
- σταλαγματιά
- σταλαματιά
- σταχώνω
- στηλιτευτής
- στραγγαλισμός
- στρατοκράτης
- σύγκλυση
- συγκυβέρνηση
- συμβουλάτορας
- συμμαθήτρια
- συμφωνητικό
- συναντίληψη
- συνδαιτυμόνας
- συνδιάσκεψη
- συνεπώνυμος
- συντηρητής
- σφαλιστάρι
- σχήμα
- ταλάντευση
- τελικώς
- τερψίθυμος
- τροπάριο
- -τωρ
- υγρόν πυρ
- υδρόμυλος
- υπεξουσιότητα
- υπεράσπιση
- φαγητό
- φθόριο
- φορβειά
- φωτοβόλημα
- φωτοβολία
- φωτοβολώ
- χαριτόβρυτος
- χαρμολύπη
- χέρσωση
- χορτοφάγος
- χρηματοδοτώ
- χριστεπώνυμος
- χροιά
- χρονολογία
- χρυσοθήρας
- χρυσοκάνθαρος
- χυδαϊστί
- ψευδωνυμία
- -ωρ
- ωρείο
- ωρολόγιο
- ωσάν
- Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια - ονόματα από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα μεσαιωνικά ελληνικά (καθαρεύουσα)