λεπτομαθημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο λεπτομαθημένος η λεπτομαθημένη το λεπτομαθημένο
      γενική του λεπτομαθημένου της λεπτομαθημένης του λεπτομαθημένου
    αιτιατική τον λεπτομαθημένο τη λεπτομαθημένη το λεπτομαθημένο
     κλητική λεπτομαθημένε λεπτομαθημένη λεπτομαθημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι λεπτομαθημένοι οι λεπτομαθημένες τα λεπτομαθημένα
      γενική των λεπτομαθημένων των λεπτομαθημένων των λεπτομαθημένων
    αιτιατική τους λεπτομαθημένους τις λεπτομαθημένες τα λεπτομαθημένα
     κλητική λεπτομαθημένοι λεπτομαθημένες λεπτομαθημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

λεπτομαθημένος < λείπει η ετυμολογίαΚατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηθαμοτπελ

λεπτομαθημένος, -η, -ο

  1. (σπάνιο)Κατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά) που έχει μάθει να ζει χωρίς δυσκολίες, ο λεπτεπίλεπτος·
  2. (κυριολεκτικά) που έχει ανατραφεί με λεπτούς τρόπους, που έχει μάθει σε αυτούς

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)