μαδάω τη μαργαρίτα
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
Προφορά
ΈκφρασηΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Εκφράσεις (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ατιραγραμητωαδαμ
μαδάω την μαργαρίτα (συνήθως στο τρίτο πρόσωπο)
- (μεταφορικά)Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά) προσπαθώ να μαντέψω κάτι, αντιμετωπίζω δίλημμα
Μη μαδάς τη μαργαρίτα.
- αφαιρώ τα πέταλά της μαργαρίτας ένα ένα, λέγοντας εναλλάξ «μ' αγαπάει» και «δε μ' αγαπάει» μέχρι να καταλήξω σε μια απάντηση στο τελευταίο πέταλο
Η ερωτευμένη μαδάει τη μαργαρίτα και αναρωτιέται «μ' αγαπάει, δε μ' αγαπάει;».
Μεταφράσεις
μαδάω τη μαργαρίτα
Αναφορές
- ↑ μαδώ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Πηγές
- μαργαρίτα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ατιραγραμητωαδαμ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Εκφράσεις (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)