ματοβαμμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ματοβαμμένος η ματοβαμμένη το ματοβαμμένο
      γενική του ματοβαμμένου της ματοβαμμένης του ματοβαμμένου
    αιτιατική τον ματοβαμμένο τη ματοβαμμένη το ματοβαμμένο
     κλητική ματοβαμμένε ματοβαμμένη ματοβαμμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ματοβαμμένοι οι ματοβαμμένες τα ματοβαμμένα
      γενική των ματοβαμμένων των ματοβαμμένων των ματοβαμμένων
    αιτιατική τους ματοβαμμένους τις ματοβαμμένες τα ματοβαμμένα
     κλητική ματοβαμμένοι ματοβαμμένες ματοβαμμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ματοβαμμένος < αιματοβαμμένος με αποβολή του αρκτικού φωνήεντος. Αναλύεται σε ματο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ματο- από το αιματο- (νέα ελληνικά) + βαμμένος

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμμαβοταμ

ματοβαμμένος, -η, -ο

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ματο- από το αιματο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά